ΛΕΦΤΑ ΣΤΗ ΜΑΥΡΗ ΤΡΥΠΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

ΛΕΦΤΑ ΣΤΗ ΜΑΥΡΗ ΤΡΥΠΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Αν και είναι παγκόσμιο φαινόμενο, η παρούσα άποψη περί χρηματοδότησης της έρευνας αφορά κυρίως την Ελλάδα ως απόσταγμα προσωπικής γνώσης και εμπειριών Σε όλα τα πανεπιστήμια, οι ειδικοί λογαριασμοί κονδυλίων έρευνας (ΕΛΚΕ) συνιστούν κέντρα διαχείρισης των εισερχομένων από εθνικούς και Ευρωπαϊκούς πόρους χρηματοδοτήσεων για έρευνα που πραγματοποιείται σε αυτά. Οσο παράξενο κι αν ακούγεται, οι ΕΛΚΕ ασχολούνται ή ενδιαφέρονται μόνο για την προσέλκυση χρηματοδοτήσεων και όχι για την ποιότητα ή τη χρησιμότητα των αποτελεσμάτων της έρευνας που παρήχθη από τα οικεία μέλη ΔΕΠ που την ανέλαβαν. Εάν η διαχείριση των χρημάτων έγινε σύμφωνα με τους κανονισμούς, τα προβλεπόμενα παραδοτέα ολοκληρώθηκαν και γενικά η γραφειοκρατική πορεία περατώθηκε, όλα θεωρούνται ότι εκτελέστηκαν επιτυχώς. Το αν υπάρχει ουσία, αξιοπιστία και εφαρμοσιμότητα των αποτελεσμάτων στον πραγματικό κόσμο δεν απασχολεί κανέναν. Ούτε τον φορέα χρηματοδότησης, ούτε τον διαχειριστή (ΕΛΚΕ). Και εδώ εισερχόμαστε στην ουσία του προβλήματος, διότι περί προβλήματος πρόκειται όταν η έρευνα δεν αφορά συγκεκριμένο και ξεκάθαρο στόχο π.χ. επίλυση προβλήματος παραγωγής, καινοτόμα χρήση υλικών και τεχνικής, ή αντιμετώπιση φυσικής διαταραχής (για να αναφέρω μόνο μερικά), αλλά αντίθετα, με πρόφαση τα παραπάνω έχει ήδη από την αρχή αποφασιστεί να γίνει απλά σε ένα πλατύ επιστημονικό πεδίο. Ετσι λοιπόν, από τους φορείς χρηματοδότησης (ΓΓΕΤ, ΕΛΙΔΕΚ κ.ά.), προκηρύσσονται ερευνητικές δράσεις σε πεδία όπως, π.χ. αγροτοδιατροφή, νανοϋλικά, υδατοκαλλιέργειες, κλιματική αλλαγή, βιοποικιλότητα κλπ καλώντας τους ερευνητές να υποβάλλον προτάσεις επ’ αυτών. Προτάσεις που πλημμυρίζουν κατόπιν προς αξιολόγηση τον ψηφιακό τόπο του φορέα και στην ουσία αποτελούν ενημέρωση των ίδιων των κριτών περί αντικειμένων έρευνας μια και αυτοί που θα κρίνουν δεν γνωρίζουν εκ των προτέρων ποιο συγκεκριμένο και ειδικό αντικείμενο καλούνται να στηρίξουν. Και πως να το γνωρίζουν άλλωστε όταν δεν υπάρχει επαφή με τη βιομηχανία και τα προβλήματά της και πολύ περισσότερο (και τραγικότερα συνάμα) όταν δεν υπάρχει σοβαρή και ακμάζουσα βιομηχανία.

Για να γίνω πιο κατανοητός θα δώσω ένα παράδειγμα στον τομέα μου, αυτόν που γνωρίζω καλά και συγκεκριμένα της υδατοκαλλιέργειας. Βγάζει λοιπόν η ΓΓΕΤ μια πρόσκληση για προτάσεις σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα που αφορά την εύρεση και απομόνωση φυτοπλαγκτονικών ειδών από λιμνοθάλασσες με σκοπό την παραγωγή χρωστικών, αντιοξειδωτικών και λιπαρών ουσιών. Όχι δηλαδή κάποιου συγκεκριμένου είδους φυτοπλαγκτού, ούτε πόσα είδη απαιτείται να βρεθούν, ούτε κάποιων συγκεκριμένων ουσιών από αυτές που προκηρύσσει, ούτε καν αν αυτό ή αυτά που θα βρεθούν μπορούν να καλλιεργηθούν (για να έχει νόημα η παραγωγή). Μετά την υποβολή των προτάσεων βάσει των κωδικοποιημένων οδηγιών συμπλήρωσης των εντύπων, κρίνεται ποια πρόταση θα εγκριθεί και αρχίζει η χρηματοδότηση. Το αν αυτός που κέρδισε τη χρηματοδότηση έχει πραγματικά αξιόλογο εργαστήριο και μηχανήματα που λειτουργούν σωστά δεν ελέγχεται αρχικά, ούτε κατόπιν κατά την υλοποίηση ελέγχεται η μεθοδικότητα και η σωστή εκτέλεση της έρευνας, ούτε καν αν πραγματικά εξέδραμε στο πεδίο για να βρει αυτούς τους οργανισμούς. Αρκεί στο τέλος (συνήθως μετά 2-3 χρόνια), να παρουσιάσει ένα καλοδουλεμένο κείμενο με σχήματα, πίνακες κλπ με τα αποτελέσματα της έρευνας και αυτό ήταν, τελείωσε, εγκρίθηκε η επιτυχής περάτωση.

Πως θα έπρεπε να γίνεται η όλη διαδικασία; Θα συνοψίσω σε γενικότατες γραμμές. Πρώτα απ’ όλα οι χρηματοδότες πρέπει να γνωρίζουν τις ανάγκες του παραγωγικού ιστού σε όλα τα επίπεδα, αγροτικό, κατασκευαστικό, βιομηχανικό, ιατρικό, κλπ. Αυτό απαιτεί το να στελεχώνονται από επιστήμονες τεχνοκράτες που παρακολουθούν σε βάθος την τεχνολογία και την παραγωγική διαδικασία χρονικά, τοπικά, κλαδικά. Ετσι θα μπορούν να αντιλαμβάνονται που υπάρχουν προβλήματα που απαιτούν ειδικές λύσεις ή που υπάρχουν περιθώρια καινοτομίας και βελτίωσης τεχνικών και υλικών. Με τον τρόπο αυτό δεν θα μοιράζουν τα χρήματα σε γενικές (και εν πολλοίς ασαφείς ή ελευθεριάζουσας προσαρμογής)  κατηγορίες, αλλά αντίθετα θα ορίζουν επακριβώς το αντικείμενο της έρευνας και τα προσδοκώμενα αποτελέσματα ασχέτως του αν αυτά αποδειχθούν τελικώς θετικά ή αρνητικά.  Για το παραπάνω παράδειγμά μας θα μπορούσαν οι ειδικοί να στοχεύουν ειδικά σε ένα συγκεκριμένο είδος φυτοπλαγκτού (π.χ. Dunaliella), σε μια συγκεκριμένη λιμνοθάλασσα (π.χ. του Μεσολογγίου) βασισμένοι σε προηγούμενες δημοσιεύσεις επ’ αυτού. Θα ήξεραν λοιπόν ότι είναι ενδημικό, παράγει πολύτιμα αντιοξειδωτικά όπως το β-καρωτίνιο κλπ, κλπ. Ας προκήρυσσαν λοιπόν ένα πρόγραμμα μόνο γι’ αυτό το είδος έτσι ώστε αυτός που θα καταπιαστεί να το ερευνήσει, να χρηματοδοτηθεί για να το καλλιεργήσει με εμπορική προοπτική και να μεγιστοποιήσει με διάφορους χειρισμούς την παραγωγή των αντιοξειδωτικών του. Αυτό σημαίνει στοχευμένη έρευνα που θα στηρίξει τη βιομηχανική παραγωγή. Όμως αυτό, όπως καταλαβαίνετε, θέλει πολύ δουλειά, θέλει καταρτισμένους κριτές που θα βρίσκονται σε μια διαρκή κινητικότητα ενημέρωσης και ελέγχου και όχι απλώς “καρεκλοκένταυρους” που μοιράζουν τεράστια κονδύλια σε προτάσεις που τους κατακλύζουν και στην πλειονότητα των περιπτώσεων είναι για “τύποις έρευνα” με προοπτική εφαρμογής και στην πραγματικότητα για να συντηρεί το κάθε εργαστήριο τους υλικούς και ανθρώπινους πόρους του. Οι «ράμπο» (ας μου επιτραπεί η έκφραση) του χρηματοδοτικού φορέα, αν θέλουν να λειτουργεί το σύστημα παραγωγικά, θα έπρεπε να επισκέπτονται στο αρχικό στάδιο και κατόπιν κατά τακτά διαστήματα, το εργαστήριο που κέρδισε στον ανταγωνισμό των προτάσεων για να διαπιστώσουν αφενός, αν όντως υφίσταται το δηλούμενο εργαστήριο καταλλήλως εξοπλισμένο και αφετέρου, το πως προχωρά η έρευνα. Δυστυχώς φαίνεται ότι, χρηματοδοτούνται και εργαστήρια που είναι υποτυπώδη ή ακόμα και ατελώς περιγραφόμενα και κανενός δεν κινητοποιούνται τα πόδια να πάνε να δουν ιδίοις όμμασι τι γίνεται.

Με τις πρακτικές που ακολουθούνται στη χρηματοδότηση της έρευνας, όχι βιομηχανική ανάπτυξη δεν θα δούμε, αλλά ούτε καν αγροτική, μια και, βιομηχανία και αγροτιά είναι ξεκομμένες από τα πανεπιστήμια τα οποία αυτάρεσκα ομφαλοσκοπούν βαυκαλιζόμενα ότι κάνουν έρευνα και δίνουν διδακτορικά τα οποία δεν έχουν καμία εφαρμογή στον πραγματικό κόσμο. Τον πραγματικό κόσμο που αν βυθίζονταν σ’ αυτόν θα έπρεπε να απεκδυθούν από την πορφύρα της ανούσιας ελιτ που έχουν ενδυθεί και να γίνουν το alter ego της παραγωγής.

Κλείνω δηλώνοντας ότι νησίδες αριστείας στην έρευνα υπάρχουν αλλά ο κανόνας είναι το πρόβλημά μας και οι εξαιρέσεις απλώς καλύπτουν το πρόβλημα.

Γιώργος Χώτος, Μάρτιος 2024